κούνελος

ο
θηλ. κουνέλα κουνέλι.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κούνελος — Ακρωτήριο της Πελοποννήσου, στο νοτιότερο όριο του Κυπαρισσιακού κόλπου. Οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν Κυπαρίσσιον άκρον ή Πλαταμώδης άκρα. * * * ο [κουνέλι] αρσενικό κουνέλι …   Dictionary of Greek

  • κουνέλα — η [κούνελος] 1. θηλυκό κουνέλι 2. μτφ. γυναίκα που έχει γεννήσει πολλά παιδιά …   Dictionary of Greek

  • κουνέλι — Κοινή ονομασία του είδους Οryctolagus cuniculus, μοναδικού αντιπροσώπου του γένους του, της οικογένειας των leporidae. Πρόκειται για λαγόμορφο θηλαστικό, το οποίο, σε άγρια κατάσταση, ζει μέσα σε υπόγειες, διακλαδιζόμενες φωλιές, με στοές που… …   Dictionary of Greek

  • Κυπαρισσία — I Παράλια κωμόπολη (υψόμ. 50 μ., 4.894 κάτ.) στην πρώην επαρχία Τριφυλίας του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, στην ακτή του Ιονίου πελάγους, 65 χλμ. ΒΔ της Καλαμάτας. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Το τμήμα της Κ. με την …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.